"Veilsdorf" έννοια στο γερμανικά λεξικό

Veilsdorf

ουσιαστικόγεωλογίαIPA: / vˈa͡ɪlsdɔɾf /

Ort an der Werra, Bez. Suhl; bekannt wegen seiner 1760 im Kloster V. gegr. Porzellanmanufaktur, die stilistisch Rokoko und Klassizismus bevorzugte.

Λέξεις που βρίσκονται κοντά

Veil · Veilchen · veilchenblau · Veilchenduft · Veilsdorf · Veitshöchheim · Veitstanz · Veji · Vejle · Vektor

Η μετάφραση μπορεί να μην είναι σωστή. Τα παραδείγματα προέρχονται από μη ελεγμένη εξωτερική πηγή.
αγγλικά
/ rɪvaɪvəlɪzəm /
ουσιαστικό
σερβικά
/ finotɕa /
θηλυκό
γερμανικά
/ ɡɾˈoːsmast /
ουσιαστικό
ναυτική
γαλλικά
/ seʁyzˈit /
θηλυκό