"Allüre" έννοια στο γερμανικά λεξικό

Allüre

ουσιαστικόIPA: / ˈalyːrə /

Gangart (bes. bei Pferden); A.n, Benehmen, Auftreten; (abwertend) Starallüren.

Κλίση
Κλίση
Ενικός αριθμός
Πληθυντικός
Ονομαστική
die Allüre
die Allüren
Γενετική
der Allüre
der Allüren
Δοτική
der Allüre
den Allüren
Αιτιατική
die Allüre
die Allüren
Λέξεις που βρίσκονται κοντά

Alltags · Alltragstrott · allumfassend · all und jedem · Allüre · Alluvium · Allvater · allwaltend · allweise · Allwetterlandung

Η μετάφραση μπορεί να μην είναι σωστή. Τα παραδείγματα προέρχονται από μη ελεγμένη εξωτερική πηγή.
αγγλικά
/ bɪndʒ /
ρήμα
σερβικά
/ termofor /
αρσενικό
γερμανικά
/ ˈɔ͡øɡeːnˌɪk /
θηλυκό
γαλλικά
/ tuʁnˈaʒ /
αρσενικό