"olympienne" έννοια στο γαλλικά λεξικό

olympienne

επίθετοIPA: / olɛ̃pjˈɛn /

1. De l'olympe.
2. (Au figuré) Majestueux.
3. (Au figuré) Serein.

Μεταφράστε "olympienne" στο
Λέξεις που βρίσκονται κοντά

ollé · olographe · olympe · olympiade · olympien · olympienne · olympique · olympisme · omacéphale · omalgie · omarthrite

Παρόμοιες λέξεις με "olympienne"

olympien
Η μετάφραση μπορεί να μην είναι σωστή. Τα παραδείγματα προέρχονται από μη ελεγμένη εξωτερική πηγή.
αγγλικά
/ rɪvaɪvəlɪzəm /
ουσιαστικό
σερβικά
/ finotɕa /
θηλυκό
γερμανικά
/ ɡɾˈoːsmast /
ουσιαστικό
ναυτική
γαλλικά
/ seʁyzˈit /
θηλυκό