"nordique" έννοια στο γαλλικά λεξικό

nordique

επίθετοIPA: / nɔʁdˈik /

Qui se situe ou habite au nord de l'Europe. Pays nordique.

Συνώνυμα
Μεταφράστε "nordique" στο
Λέξεις που βρίσκονται κοντά

nord-coréenne · nordé · nord-est · nordet · nordique · nordir · nordiste · nord-ouest

Η μετάφραση μπορεί να μην είναι σωστή. Τα παραδείγματα προέρχονται από μη ελεγμένη εξωτερική πηγή.
αγγλικά
/ bɪndʒ /
ρήμα
σερβικά
/ termofor /
αρσενικό
γερμανικά
/ ˈɔ͡øɡeːnˌɪk /
θηλυκό
γαλλικά
/ tuʁnˈaʒ /
αρσενικό