"aberrant" έννοια στο γαλλικά λεξικό

aberrant

επίθετοIPA: / abɛʁˈɑ̃ /

1. Anormal.
2. Atypique.

Μεταφράστε "aberrant" στο
Λέξεις που βρίσκονται κοντά

abeille terrestre · abélien · abélienne · aber · aberrance · aberrant · aberrante · aberration · aberrer · abêtalipoprotéinémie · abêtir

Παρόμοιες λέξεις με "aberrant"

aberrante
Η μετάφραση μπορεί να μην είναι σωστή. Τα παραδείγματα προέρχονται από μη ελεγμένη εξωτερική πηγή.
αγγλικά
/ bˈɪznəs /
ουσιαστικό
σερβικά
/ skrama /
θηλυκό
γερμανικά
/ hˈa͡ɪlɪçʃpɾˌɛçʊŋ /
θηλυκό
γαλλικά
/ azilˈɛʁ /
επίθετο