"tegument" έννοια στο αγγλικά λεξικό

tegument

ουσιαστικόιατρικήIPA: / teɡymˈɑ̃ /

Πληθυντικός: teguments

Natural covering of an animal or plant body.

Συνώνυμα
Μεταφράστε "tegument" στο
Λέξεις που βρίσκονται κοντά

tegminal · Tegucigalpa · tegula · tegular · tegulated · tegument · tegumental · Tehachapi · Tehachapi Mountains · Tehama · Teheran

Παρόμοιες λέξεις με "tegument"

integument · tegumental
Η μετάφραση μπορεί να μην είναι σωστή. Τα παραδείγματα προέρχονται από μη ελεγμένη εξωτερική πηγή.
αγγλικά
/ rɪvaɪvəlɪzəm /
ουσιαστικό
σερβικά
/ finotɕa /
θηλυκό
γερμανικά
/ ɡɾˈoːsmast /
ουσιαστικό
ναυτική
γαλλικά
/ seʁyzˈit /
θηλυκό