"stretcher-bearer" έννοια στο αγγλικά λεξικό

stretcher-bearer

ουσιαστικόIPA: / stretʃərberər /

Πληθυντικός: stretcher-bearers

One who helps carry a stretcher; SYN. litter-bearer.

Συνώνυμα

litter-bearer

Λέξεις που βρίσκονται κοντά

stretchable · stretch a point · stretched · stretcher · stretcher-bearer · stretcher carrier · stretcher course · stretcher party · stretchers · stretches of way

Η μετάφραση μπορεί να μην είναι σωστή. Τα παραδείγματα προέρχονται από μη ελεγμένη εξωτερική πηγή.
αγγλικά
/ spɛʁmofˈil /
ουσιαστικό
ζωολογία
σερβικά
/ okuk /
αρσενικό
ψάρια
γερμανικά
/ ʃtˈalhɑːzə /
θηλυκό ή αρσενικό
γαλλικά
/ sakaʁˈø /
επίθετο